διαπυητικός

διαπῡ-ητικός, ή, όν,
A promoting suppuration, Gal.11.118.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπυητικός — ή, ό σχετικός με τη διαπύηση …   Dictionary of Greek

  • διαπυητικά — διαπυητικός promoting suppuration neut nom/voc/acc pl διαπυητικά̱ , διαπυητικός promoting suppuration fem nom/voc/acc dual διαπυητικά̱ , διαπυητικός promoting suppuration fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυητικόν — διαπυητικός promoting suppuration masc acc sg διαπυητικός promoting suppuration neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυητικοῖς — διαπυητικός promoting suppuration masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυητική — διαπυητικός promoting suppuration fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυητικήν — διαπυητικός promoting suppuration fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.